Ομιλία για την Εθνική Εορτή της 25ης Μαρτίου
ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΥ
ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ
ΜΑΝΩΛΗ ΣΤΑΥΡΙΑΝΑΚΗ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ 25 ης ΜΑΡΤΙΟΥ
ΜΕ ΘΕΜΑ
Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΤΑ
ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821
Μάρτιος 2026
Αγαπητοί φίλοι και φίλες,
Ο δεσμός των Ελλήνων με τη θάλασσα διαφαίνεται στη συνόλη ελληνική ιστορία ανά τους αιώνες και παραμένει αναλλοίωτος μέχρι σήμερα, αποτυπώνεται δε στη σύγχρονη μορφή της ελληνικής σημαίας. Ζωντανό παράδειγμα αυτού του δεσμού αποτελεί η σημαία που βλέπετε δίπλα μου. Ηταν η σημαία του ελληνικού πλοίου “CAPETAN CARRAS”, ενός εμπορικού σκάφους 84,000 τόννων μεταφοράς πετρελαίου η και ξηρού φορτίου κατά περίπτωση. Είχε κάνει ταξείδια σε λιμάνια και στις πέντε ηπείρους και είχε διασχίσει όλους τους μεγάλους ωκεανούς και πολλές άλλες θάλασσες του πλανήτη, συμπεριλαμβανομένων, παρεμπιπτόντως, και των Στενών του Ορμούζ στον Περσικό Κόλπο, όπου φόρτωσε πετρέλαιο στο λιμάνι Bandar Abbas τουλάχιστον 12 φορές.
Σήμερα γιορτάζουμε την επέτειο της Μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και, λόγω του άρρηκτου δεσμού του έθνους μας με τη θάλασσα,αφιερώνουμε την Εθνική μας αυτή Εορτή στο Ναυτικό Αγώνα των επαναστατημένων Ελλήνων , δηλαδή στον Ελληνισμό και τη θάλασσα.
Με την κήρυξη της Επανάστασης στις 25 Μαρτίου 1821 η Πελοπόννησος και η ανατολική Στερεά Ελλάδα ξεσηκώθηκαν σύσσωμα. Παράλληλα όμως οι πρόκριτοι και οι οπλαρχηγοί της ξηράς, που ήξεραν πόσο κρίσιμη για τον Αγώνα θα ήταν η συμμετοχή των νησιών , ζήτησαν αμέσως την συνδρομή των Ελλήνων ναυτικών, όντας βέβαιοι ότι χωρίς την σύμπραξη των ναυτικών δυνάμεων ήταν αδύνατο να επιτύχει ο Αγώνας. Τρία κυρίως νησιά, η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά, είχαν από τον 18 ο αιώνα αναπτυχθεί σε υπολογίσιμα ναυτικά κέντρα. Τα πλοία τους ήταν εμπορικά, αλλά τα περισσότερα ήταν εξοπλισμένα με τηλεβόλα για να μπορούν να αμύνωνται στις πειρατικές επιθέσεις των κουρσάρων της Μπαρμπαριάς από της ακτές της Βορείου Αφρικής, και στους άλλους κινδύνους.Ακριβώς αυτές οι τόσο επικίνδυνες τότε συνθήκες της ναυσιπλοίας είχαν κάνει τους Έλληνες ναυτικούς όχι μόνο άφοβους θαλασσοπόρους αλλά και έμπειρους πολεμιστές.
Το έναυσμα του Αγώνα το έδωσαν οι Σπέτσες και ακολούθησαν τα Ψαρά στις 10 Απριλίου 1821 και, στις 16 Απριλίου , η ισχυρή Ύδρα που διέθετε περισσότερα πλοία από όλα τα ελληνικά νησιά μαζί , που συγχρόνως ήταν και βαρύτερα οπλισμένα. Με μεγάλο εθουσιασμό μπήκαν στον Αγώνα και η Σάμος καθώς και η Κάσος στο Νότιο Αιγαίο, το παράδειγμα της οποίας μιμήθηκαν και άλλα νησιά του Αιγαίου, Κάρπαθος, Χάλκη, Νίσυρος, Κάλυμνος, Λέρος, Πάτμος και Αστυπάλαια.
Πρώτος αρχιναύαρχος του ελληνικού στόλου ανακηρύχθηκε ο Ιάκωβος (Γιακουμάκης) Τομπάζης, γόνος μεγάλης οικογένειας της Ύδρας. Ο στόλος αποτελούνταν κυρίως από βρίκια και γολέττες και τον Μάιο του 1821 αριθμούσε 76 πλοία, εκτοπίσματος 200 έως 400 τόννων, εφοδιασμένα με 12 έως 18 κανόνια το καθένα. 29 πλοία ήταν υδραίικα υπό τον Αναστάσιο Τσαμαδό, 20 σπετσιώτικα υπό τον Νικόλαο Ράπτη και 27 ψαριανά υπό τον Νικολή Αποστόλη. Από την άλλη πλευρά ο Τουρκοαιγυπτιακός στόλος, υπό τον Καρά Αλή, ήταν εξαιρετικά ισχυρός και άρτια εξοπλισμένος, αποτελούνταν από πάνω από 90 πλοία, τα μεγαλύτερα των οποίων είχαν εκτόπισμα 3,000 τόννων και ηταν εφοδιασμλενα με έως και 84 κανόνια. Έτσι άρχισε η ναυτική εκστρατεία των Ελλήνων που έμελλε να κρίνει τον Αγώνα στη θάλασσα αλλά και γενικώτερα την τύχη της Επανάστασης. Είναι προφανές ότι τα ελληνικά πλοία ήταν αδύνατον να διεξάγουν συμβατικό ναυτικό αγώνα δεδομένου ότι τα κανόνια τους ήταν πολύ ελαφρά για να καταφέρουν σημαντικές ζημίες στα βαρειά πολεμικά πλοία των Τουρκοαιγυπτίων. Αλλά, οι Ελληνες διέθεταν δύο μοναδικά όπλα στον άνισο αυτό αγώνα : τα τρομερά πυρπολικά και την απαράμιλλη ναυτοσύνη των ανδρών. Ετσι, εκτός από τα συμβατικά πλοία, η δημιουργία και χρήση σκαφών ως πυρπολικών , τα κοινώς λεγόμενα μπουρλότα, έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην πορεία του Αγώνα. Η πρώτη χρήση πυρπολικού έγινε στις 29 Μαίου 1821 στο λιμάνι της Ερεσού, στο νησί της Λέσβου, όπου ο θρυλικός Ψαριανός μπουρλοτιέρης Δημήτριος Παπανικολής, μαζι με τον ανδρείο Πατατούκο , πυρπόλησαν μεγάλο τουρκικό δίκροτο, πράγμα που αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα ναυτικά κατορθώματα του Εικοσιένα.
Διακρίθηκε επίσης ο επιδέξιος τιμονιέρης του πυρπολικού Ιωάννης Θεοφιλόπουλος, γνωστός ως “Τσάκαλος“ η “Καραβογιάννης”. Η επιτυχία του τολμήματος ήταν τεράστια και οι συνέπειες ακόμα μαγαλύτερες , δεδομένου ότι δεν περιορίζονταν μόνον στην απώλεια ενός μεγάλου πολεμικού πλοίου των Τούρκων και σε περισσότερους από 1,000 άνδρες, αλλά και στο ότι οι Έλληνες αναθάρρησαν και συνειδητοποίησαν τη δύναμή τους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης πραγματοποιήθηκαν 59 επιθέσεις με πυρπολικά, από τις οποίες 38 ειχαν απόλυτη επιτυχία προκαλωντας την ολοκληρωτική καταστροφη η , τουλάχιστον, βαρρύτατες ζημίες , στα εχθρικά πλοία.
Στη συνέχεια , οι συγκρούσεις τον Σεπτέμβριο του 1821 στο Ιόνιο Πέλαγος δεν τελεσφόρησαν για τους Τούρκους, χάρις στην ικανότητα του Υδραίου ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη , ο οποίος προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες σε όλη τη διάρκεια του ναυτικού αγώνα. Στη ναυμαχία της Πάτρας στις 20 Φεβρουαρίου 1822 φάνηκαν τα προτερήματα και το αγωνιστικό σθένος του Ανδρέα Μιαούλη , που είχε αντικαταστήσει στην αρχηγία του υδραίικου στόλου τον ναύαρχο Γιακουμάκη Τομπάζη.Η ναυμαχία αυτή ήταν ένα γεγονός με ιδιαίτερη σημασία για τον κατά θάλασσα αγώνα την Ελλήνων , δεδομένου ότι ήταν η πρώτη φορά που ελληνικά πλοία αντιμετώπιζαν την τουρκική ναυτική δύναμη χωρίς να χρησιμοποιήσουν πυρπολικά. Ενα κομβικό και συνάμα τραγικό γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης αποτελεί η καταστροφή της Χίου και η σφαγή και αιχμαλωσία χιλιάδων κατοίκων του νησιού από τις δυνάμεις του Τούρκου ναυάρχου Καρά Αλή την Κυριακή του Πάσχα 2 Απριλίου 1822, που συγκλόνισε όχι μόνο τον Ελληνισμό αλλά και τους λαούς όλης της Ευρώπης. Την φοβερή σφαγή της Χίου εκδικήθηκε ο ηρωικός πλοίαρχος των Ψαρών Κωνσταντής Κανάρης, ο οποίος με την βοήθεια του πηδαλιούχου Θεοφιλόπουλου προσέβαλε με το πυρπολικό του τη νύχτα της 6 ης προς 7 η Ιουνίου 1822 την ναυαρχίδα του Καρά Αλή που ήταν αγκυροβολημένη στη Χίο και την ανατίναξε στον αέρα. Ο εχθρός έχασε περίπου 2,000 άνδρες, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Καρά Αλή. Το κατόρθωμα των ηρωικών πυρπολητών πανηγυρίστηκε από όλο τον Ελληνισμό και προκάλεσε τεράστια εντύπωση σε όλη την Ευρώπη, όπου χαρακτηρίστηκε σαν “κοσμοιστορικό γεγονός”. Ο Άγγλος ιστορικός Gordon γράφει πως η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας ήταν “ένα από τα πιό καταπληκτικά στρατιωτικά κατορθώματα που αναφέρει η ιστορία” και εκθειάζει τον Κανάρη γράφοντας ότι “είναι ο πιό έξοχος εκπρόσωπος του ηρωισμού, που η Ελλάδα όλων των εποχών μπορεί να υπερηφανεύεται”. Μετά την πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας στη Χίο και το θάνατο του Καρά Αλή, η Πύλη ετοίμαζε νέες ναυτικές επιχειρήσεις, που θα στηρίζονταν στη στενότερη συνεργασία δύο στόλων , του τουρκικού και του αιγυπτιακού που αποτελείτο συνολικά από 84 πλοία. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1822 η τουρκική αρμάδα βρέθηκε στο στενό μεταξύ Σπετσών και Ερμιόνης στην Πελοποννησιακή ακτή. Τα ελληνικά πλοία , 56 πολεμικά και 16 πυρπολικά δραστηριοποιήθηκαν υπό την αρχηγία του Ανδρέα Μιαούλη. Ακολούθησε ναυμαχία στον πορθμό Σπετσών – Ερμιόνης κατά την οποία χρησιμοποιήθηκαν πυρπολικά με αποτέλεσμα τα τουρκοαιγυπτιακά πλοία να τραπούν σε άτακτην φυγή έχοντας κυριευθεί από πανικό φόβου. Έτσι η ναυμαχία αυτή, παρά το γεγονός ότι πραγματιποιήθηκε χωρίς σχέδιο από πλευράς των ελληνικών πλοίων, υπηρξε ευεγερτική για τον αγώνα στην Πελοπόννησο.
Στις αρχές Οκωβρίου 1822 ο τουρκικός στόλος πλέοντας μεταξύ Νάξου και Μυκόνου άπέστειλε μερικά πλοία στη Μύκονο που αντιμετωπίσθηκαν αποτελεσματικά από τις ελληνικές ναυτικές δυνάμεις. Στην αναχαίτηση των τουρκικών πλοίων έλαβε μέρος και η Μαντώ Μαυρογένους , μία από τις σημαντικώτερες γυναικείες μορφές του Αγώνα, που αμέσως μόλις ξέσπασε η Επανάσταση έφυγε από την Τεργέστη, όπου ζούσε με την οικογένειά της, και έφθασε στην ιδιαίτερη πατρίδα της , τη Μύκονο. Η παρουσία της στον ελληνικό χώρο εκείνη την εποχή ωφέλησε σημαντικά τον Αγώνα και το όνομά της έγινε θρυλικό στους φιλελληνικούς κύκλους της Ευρώπης.
Μετά την αποτυχία της απόπειρας αποβάσεως στη Μύκονο ο τουρκικός στόλος αγκυροβόλησε στη νήσο Τένεδο. Εκεί ο Κωνσταντής Κανάρης πραγματοποίησε μιά ακόμα τολμηρή επίθεση στην εχθρική αρμάδα και κατόρθωσε να κολλήσει το πυρπολικό του στην πρώρα της υποναυαρχίδας του τουρκικού στόλου, ενός τεράστιου δίκροτου. Οι φλόγες μεταδόθηκαν αμέσως στον τουρκικό κολοσσό και μέσα σε λίγη ώρα είχε καεί ολοσχερώς, τα δε άλλα πλοία που βρίσκονταν κοντά έσπευσαν να απομακρυνθούν και πολλά από αυτά εξόκειλαν στις Μικρασιατικές ακτές η εγκαταλείφθηκαν από τα πληρώματά τους εξ αιτίας του πανικού που είχε δημιουργηθεί. Η νέα αυτή επιτυχία του Κανάρη είχε πολύ μεγαλύτερη αξία από την καταστροφή του εχθρικού πολεμικού , γιατί κυρίως συνέβαλε στην κατάπτωση του ηθικού των Τούρκων και στον διασκορπισμό των εχθρικών πλοίων.
Δεν έλλειψαν όμως και κατασροφικά γεγονότα για τους επαναστατημένους Ελληνες και τα νησιά που ήταν στην πρώτη γραμμή του Αγώνα.
Ιδιαίτερη αγριότητα επέδειξαν οι τουρκοαιγυπτιακες ναυτικές δυνάμεις κατά την καταστροφή της Κάσου στα τέλη Μαίου 1824 και στη συνέχεια στην κατασροφή των Ψαρών τον Ιούνιο. Τα δύο αυτά μαρτυρικά νησιά υπήρξαν τα τραγικά θύματα της τουρκοαιγυπτιακης θηριωδίας. Ιδιαίτερα η άλωση και το ολοκαύτωμα των Ψαρών συγκλόνισαν την επαναστατημένη Ελλάδα, και κυρίως τα νησιά που απειλούνταν άμεσα. Με μεγάλη προσπάθεια λοιπόν ανασυντάχθηκαν οι ελληνικές ναυτικές δυνάμεις υπό την ηγεσία των ναυάρχων Ανδρέα Μιαούλη και Γεωργίου Σαχτούρη. Ακολούθησε μία καταστροφή τουρκικής ναυτικής μοίρας στα Ψαρά τον Ιούλιο του 1824 και στη συνέχεια η νίκη των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων στη ναυμαχία της Σάμου , στο στενό της Μυκάλης, τον Αύγουστο, συνέπεια της οποίας ήταν η ματαίωση της τουρκικής απόβασης στη Σάμο. Την μεγαλύτερη στρατηγική σημασία όμως του ναυτικού αγώνα των Ελλήνων αποτέλεσε η μεγάλη ναυμαχία του Γέροντα , ακρωτηρίου της Μικράς Ασίας απέναντι από την Κάλυμνο και τη Λέρο, στις 29 Αυγούστου 1824.
Η αναμέτρηση ήταν υπεράνθρωπη για τους Έλληνες και είχε ιδιαίτερη σημασία για την έκβαση της Επανάστασης. Χάρις στην ηγεσία και την αποφασιστικότητα του Ανδρέα Μιαούλη , με τη σύμπραξη των ναυάρχων Γεωργίου Σαχτούρη και Νικολή Αποστόλη καθώς και του πυρπολητή Δημητρίου Παπανικολή, ο κατα πολύ μικρότερος σε αριθμό πλοίων ελληνικός στόλος αναχαίτησε τις ισχυρές τουρκοαιγυπτιακές ναυτικές δυνάμεις υπό τον Αιγύπτιο Ισμαήλ Γιβραλτάρ και τον Τούρκο Χοσρέφ Πασά και τελικά υποχρέωσε τον εχθρικό στόλο σε ομαδική και ολοσχερή υποχώρηση με μεγάλες απώλειες σε πλοία και σε άνδρες. Η νίκη αυτή των Ελλήνων ματαίωσε τα πολεμικά σχέδια του Σουλτάνου όχι μόνο γιά κατάληψη της Σάμου και άλλων ελληνικών νησιών αλλά και γιά την τύχη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο.
Οι πολεμικές συγκρούσεις των ελληνικών πλοίων με τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο συνεχίστηκαν καθ’όλο το 1825 και 1826 με διάφορες επιτυχίες των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων υπό την ηγεσία του Ανδρέα Μιαούλη.
Στο διάστημα αυτό, από τις 25 Απριλίου 1825 έως τις 10 Απριλίου 1826, ένας από τους κυρίους στόχους των ελληνικών πλοίων ήταν να συνδράμουν με κάθε τρόπο τους αποκλεισμένους Έλληνες στη μεγάλη, οδυνηρή και τελικά τραγική πολιορκία του Μεσολογγίου με τρόφιμα, εφόδια και πυρομαχικά. Φέτος, που συμπληρώνονται 200 χρόνια από την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου, αποτίουμε ιδιαίτερο φόρο τιμής στη μεγάλη αυτή θυσία των ένδοξων πολιορκημένων, που αποτέλεσε κοθοριστικό σταθμό στην πορεία του Μεγάλου Αγώνα και, ταυτόχρονα, στην αφύπνιση της συνείδησης των λαών της Ευρώπης που συνετέλεσε στη δημιουργία συμπαγούς κοινής γνώμης υπέρ των αγονιζομένων Ελλήνων. Όπως ειναι γνωστό, στο Μεσολόγγι ανδραγάθησε και μάλιστα άφησε την τελαυταια του πνοή ο επιφανέστερος των φιλελλήνων , ο Λόρδος Byron σε ηλικία 36 ετών. Θα ήταν παράλειψη όμως να μην αναφερθεί η συμβολή, η ικανότητα και η γενναιότητα και ενός άλλου Άγγλου φιλέλληνα, του Frank Abney Hastings, ο οποίος έλαβε μέρος σε πολλές ναυτικές επιχειρήσεις ως πλοίαρχος του ένδοξου ατμοκίνητου πλοίου “Καρτερία”, πολέμησε ηρωικά και επέτυχε σπουδαίες νίκες στα τελευταία έτη του Αγώνα εναντίον των Τουρκοαιγυπτίων, μεταξύ των οπόιων εξέχουσα θέση έχει η ναυμαχία της Ιτέας η άλλως Ναυμαχία της Αγκάλης στον Κορινθιακό Κόλπο στις 30 Σεπτεμβρίου 1827 Ο Hastings, ένας από τους θερμότερους φιλέλληνες, θυσίασε τη ζωή του γιά τον Ελληνικό Αγώνα και, κατόπιν θανάσιμου τραυματισμού σε πολεμικές επιχειρήσεις στον Κορινθιακό Κόλπο, απεβίωσε στη Ζάκυνθο στις 20 Μαίου 1928 σε ηλικία 34 ετών.
Το μεγαλύτερο όμως ναυτικό γεγονός και ένδοξο έπος κατά την Ελληνική Ενανάσταση αποτέλεσε η ναυμαχία του Ναβαρίνου, η οποία συνιστά καθοριστικό ορόσημο και συστατικό στοιχείο της τελικής επιτυχίας του Μεγάλου Αγώνα και της δημιουργίας του νέου ελληνικού κράτους. Έλαβε χώρα στις 8 Οτωβρίου 1827 (20/10 με το νέο ημερολόγιο) με τις δυνάμεις των εμπολέμων να έχουν ως εξης : τουρκοαιγυπτιακός στόλος 89 σκάφη με 2,240 πυριβόλα έναντι ενός ενωμένου συμμαχικού στόλου αποτελουμένου από 27 πλοία (12 αγγλικά, 8 ρωσικά και 7 γαλλικά) με 1,324 πυροβόλα. Επί κεφαλής των ενωμένων συμμαχικών δυνάμεων ήταν οι ναύαρχοι Sir Edward Codrington του αγγλικού στόλου, ο Λουδοβίκος van Heiden του ρωσικού και ο Henri de Rigny του γαλλικού, με αρχιναύαρχο και γενικό στόλαρχο τον Codrington. Η ναυμαχία κράτησε 4 ώρες με αποτέλεσμα 60 πλοία του τουρκοαιγυπτιακού στόλου να έχουν εντελώς καταστραφεί και βυθισθεί , ενώ τα υπόλοιπα είχαν ριχθεί στα αβαθή του κόλπου με τεράστιες ζημιές. Υπολογίζεται ότι γύρω στιις 6,000 τουρκοαιγύπτιοι σκοτώθηκαν, ενώ από τους συμμάχους σκοτώθηκαν η τραυματίσθηκαν συνολικά 650 άνδρες χωρίς να βυθισθεί ούτε ένα πλοίο τους ! Εκείνο που έκρινε την περίφημη αυτή ναυμαχία ήταν η μεγαλύτερη δύναμη των συμμαχικών πυροβόλων που, επί πλέον, σχεδον πάντα εύρισκαν τον στόχο τους. Παράλληλα, τα ατομικά ανδραγαθήματα των γενναίων πληρωμάτων του συμμαχικού στόλου ήταν και αυτά πάρα πολλά. Οι τρείς ναύαρχοι στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων με απαράμιλλη αποφασιστικότητα και ηρωισμό, περισσότερο .ομως από όλους διακρίθηκε ο Edward Codrington, ο ένθερμος αυτός φιλέλληνας, που ήταν η ψυχή της ναυμαχίας.
Τελειώνοντας , είναι απαραίτητο να κάνουμε ιδιαίτερη αναφορά στη συμβολή και τις θυσίες της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, μίας από τις πλέον εμβληματικές μορφές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Μονεμβασίας που διάρκησε μέχρι τον Ιούλιο του 1821, στην πολιορκία του Ναυπλίου που ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβρθιο του 1822 , έχοντας προσφέρει σημαντική βοήθεια ενωρίτερα κατά την άλωση της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβριο του 1821. Σκοτώθηκε σε συμπλοκή στις 22 Μαίου 1825, αφού προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες με το πλοίο της “Αγαμέμνων” και αφού στα δύο πρώτα χρόνια της Επανάστασης είχε ξοδέψει όλη τη σημαντική περιουσία της γιά τον αγώνα της πατρίδας. Είναι η μοναδική γυναίκα στην ελληνική ιστορία που η Ελληνική Πολιτεία, αναγνωρίζοντας την εθνική της προσφορά, την τίμησε απονέμοντάς της συμβολικά, 90 χρόνια μετά τον θάνατό της ,τον βαθμό της Υποναυάρχου του Πολεμικού Ναυτικού. Πολύ νωρίτερα, λίγο μετά το θάνατό της, της είχε απονεμηθεί από τη Ρωσία ο βαθμός της Ναυάρχου , καθιστώντας την μία από τις πρώτες γυναίκες Ναυάρχους στην παγκόσμια ιστορία.
Σήμερα λοιπόν με τη μνήμη ζωντανή και με τον δέοντα σεβασμό κλίνουμε ευλαβικά το γόνυ και αποτίουμε φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης στις ένδοξες μορφές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και στα ανδραγαθήματα και τις θυσίες επωνύμων και αγνώστων ηρώων , που με τις επικές πολεμικές συγκρούσεις τόσο στη ξηρά όσο και στη θάλασσα έκαναν το θαύμα της εθνικής μας Παλιγγενεσίας και μας επιτρέπουν σήμερα να βροντοφωνήσουμε
ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΟΣ, ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ, ΖΗΤΩ Η ΚΥΠΡΟΣ